Skip to main content

Κείμενο Σχετικά με Κυπριακή Ελληνική και Μπιενάλε - Γλωσσολογική Εταιρεία Κύπρου (2025)

Η Γλωσσολογική Εταιρεία Κύπρου εκφράζει τον έντονο προβληματισμό της για τον δημόσιο λόγο περί γλώσσας που αναπτύχθηκε τις τελευταίες ημέρες με αφορμή την απόσυρση του βιβλίου «Στες πέτρες» από τη 19η Διεθνή Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής στη Βενετία. Η έντονη και συχνά φορτισμένη αντιπαράθεση που παρατηρείται ανέδειξε πλήθος παρανοήσεων και επιστημονικά αστήρικτων απόψεων γύρω από την κυπριακή ελληνική και τη θέση της στον δημόσιο λόγο και την κυπριακή κοινωνία.

Ως ο επιστημονικός φορέας εκπροσώπησης των γλωσσολόγων στην Κύπρο, οφείλουμε να συμβάλουμε στη δημόσια συζήτηση αποσαφηνίζοντας κρίσιμες έννοιες και αναδεικνύοντας τεκμηριωμένες επιστημονικές θέσεις.

Ένα ζήτημα που προκάλεσε σύγχυση στον κόσμο αυτές τις μέρες ήταν και τα γλωσσωνύμια που μπορεί να χρησιμοποιηθούν για αναφορά στις γλωσσικές ποικιλίες της Κύπρου και συγκεκριμένα οι όροι «κυπριακή ελληνική» και «κυπριακή τουρκική» (καθώς και οι εναλλακτικές ονομασίες που μπορεί να βρει κανείς σε καθημερινό ύφος, συγκεκριμένα «ελληνοκυπριακά» και «τουρκοκυπριακά» αντίστοιχα). Σημειώνουμε πως η χρήση όρων όπως «κυπριακή ελληνική» (Cypriot Greek) συνιστά καθιερωμένη πρακτική στη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία και δεν υποδηλώνει την ύπαρξη ξεχωριστής γλώσσας ή την αξίωση επίσημου καθεστώτος. Αντιθέτως, ο όρος «κυπριακή ελληνική» αποτελεί ουδέτερο γλωσσολογικό όρο που περιγράφει μια γλωσσική ποικιλία της ελληνικής, ανάλογο με όρους όπως «καναδική γαλλική» ή «μαροκινή αραβική».

Η αντίδραση απέναντι στην κυπριακή, είτε μέσω ρητής απαξίωσης και περιφρονητικών χαρακτηρισμών είτε μέσω συγκεκαλυμμένης υποτίμησης του τύπου «εγώ εκτιμώ τη διάλεκτο, αλλά...» συνδέεται με ιστορικά και ιδεολογικά φορτισμένες αντιλήψεις περί γλωσσικής «κανονικότητας» και «ορθότητας». Η ταύτιση της κοινής νεοελληνικής με τη λογική, την παιδεία και την εθνική καθαρότητα αναπαράγει μοτίβα του ελληνικού γλωσσικού ζητήματος του 19ου και 20ού αιώνα, τα οποία έχουν πλέον επιστημονικά ξεπεραστεί.

Βασική αρχή της επιστήμης της γλωσσολογίας είναι πως κάθε γλωσσική ποικιλία, είτε αυτή την ονομάσουμε «γλώσσα» είτε «διάλεκτο» είτε «ιδίωμα» είτε «patois» κ.λπ. μπορεί δυνητικά να εκφράσει τα πάντα, καθώς δεν υπάρχουν ούτε ανώτερες και κατώτερες γλωσσικές ποικιλίες, ούτε λιγότερο ή περισσότερο εκφραστικές και πλούσιες. Επομένως, και η κυπριακή ελληνική, όπως και κάθε άλλη φυσική γλωσσική ποικιλία, είναι απολύτως ικανή να εκφράσει κάθε είδος νοήματος σε κάθε επίπεδο λόγου: προφορικό, γραπτό, λογοτεχνικό, επιστημονικό.

Η αντίδραση στη χρήση της κυπριακής ελληνικής στο δημόσιο πεδίο προδίδει μια φοβική και αστυνομευτική λογική, που επιδιώκει τον περιορισμό της γλωσσικής έκφρασης και της πολυφωνίας, κάτι που είναι επιζήμιο για την ελληνική γλώσσα. Επιπλέον, το να στιγματίζεται η χρήση της κυπριακής ως ιδεολογική πράξη, ενώ η επιλογή της κοινής νεοελληνικής να προβάλλεται ως «φυσιολογική» και «ουδέτερη», είναι από μόνο του ιδεολογική πράξη ―η διαφορά είναι, απλώς, πως η δεύτερη είναι εδραιωμένη ως κυρίαρχη ιδεολογία.

Είναι, επίσης, αντιφατικό να υποστηρίζεται η αντιεπιστημονική και ιδεολογικά εμφορούμενη άποψη ότι η χρήση της κυπριακής μπορεί να επιφέρει «αφελληνισμό» των Ελληνοκυπρίων, ενώ ταυτόχρονα να χαρακτηρίζεται (συχνά από τα ίδια άτομα) η κυπριακή ελληνική ως αυθεντικά ελληνική, σχεδόν αρχαία, μέχρι και «ομηρική» (θέση που δεν ισχύει επιστημονικά, καθώς η κυπριακή ελληνική, όπως και σχεδόν όλες οι νεοελληνικές γλωσσικές ποικιλίες, συμπεριλαμβανομένης της κοινής, προέρχονται από την ελληνιστική κοινή μέσω της μεσαιωνικής ελληνικής).

Η κατασκευή ενός φαντασιακού Άλλου που θέλει να καταστρέψει τη γλώσσα είναι μια γνωστή από την επιστημονική βιβλιογραφία φοβική στρατηγική που εργαλειοποιεί τη γλώσσα για πρόκληση ηθικού πανικού, ενισχύει διχαστικά αφηγήματα και καταλήγει να στιγματίζει εν προκειμένω τον διαλεκτικό λόγο. Η ύπαρξη και συνύπαρξη της κυπριακής ελληνικής και της κοινής νεοελληνικής ―αλλά και ευρύτερα η πολυγλωσσία― δεν είναι πρόβλημα προς επίλυση· είναι πλούτος προς αξιοποίηση. Η ενίσχυση της γλωσσικής αυτοπεποίθησης, η ανάπτυξη πολλαπλών εκφραστικών τρόπων και η διεύρυνση του γλωσσικού ρεπερτορίου των ομιλητών και ομιλητριών είναι κατευθύνσεις που προάγουν τόσο την παιδεία όσο και την πολιτότητα. Επομένως, η κυπριακή κοινωνία χρειάζεται αυτόν τον γλωσσικό πλουραλισμό· αυτό που δεν χρειάζεται είναι η αστυνόμευση της γλωσσικής έκφρασης.

Η καινοφανής απαίτηση να χρησιμοποιούνται αποκλειστικά οι επίσημες γλώσσες της Κυπριακής Δημοκρατίας στον δημόσιο λόγο ―ακόμα και στην τέχνη― εκτός από ανεδαφική είναι και βαθιά αντιδημοκρατική. Το σύνταγμα ―ορθά― πουθενά δεν απαγορεύει την αξιοποίηση της γλωσσικής ποικιλότητας, που αποτελεί και άσκηση του θεμελιώδους δικαιώματος της ελευθερίας έκφρασης σε μια πλουραλιστική κοινωνία.

Εν κατακλείδι, η υποτίμηση και απαξίωση της κυπριακής ελληνικής δεν είναι ουδέτερη: είναι ιδεολογική πράξη. Κάθε γλωσσική ποικιλία αποτελεί φορέα ταυτότητας, πολιτισμού και συλλογικής μνήμης. Συνεπώς ο στιγματισμός της κυπριακής ελληνικής, ή οποιασδήποτε άλλης γλωσσικής ποικιλίας, αποτελεί προσβολή προς τη γλωσσική κοινότητα και στάση επιζήμια για την ελληνική γλώσσα. Όπως μας διδάσκει η γλωσσολογική έρευνα, ο σεβασμός, η καλλιέργεια αλλά και η δημόσια αξιοποίηση κάθε γλωσσικής ποικιλίας (είτε αυτή λέγεται κυπριακή ελληνική, είτε κοινή νέα ελληνική, είτε κυπριακή τουρκική, είτε πρότυπη τουρκική, είτε κυπριακή αραβική, είτε δυτική αρμενική, είτε κυπριακή νοηματική κ.λπ.) δεν συνιστά απειλή αλλά προϋπόθεση για μια πολιτισμικά πλουσιότερη κοινωνία, για αποτελεσματικότερη εκπαίδευση και για ενίσχυση της κριτικής σκέψης.

Γλωσσολογική Εταιρεία Κύπρου

Λευκωσία, Ιούνιος 2025


Comments

Popular posts from this blog

Για τον Βάσο Φτωχόπουλλο: Όταν το προσωπικό γίνεται πολιτικό - Χρίστος Μάης (Σεπτέμβρης 2026)

Για τον Βάσο Φτωχόπουλλο: Όταν το προσωπικό γίνεται πολιτικό Η ιδεολογία είναι μια διαδικασία που πραγματοποιείται από τον λεγόμενο στοχαστή συνειδητά, βεβαίως, αλλά με ψευδή συνείδηση. Τα πραγματικά κίνητρα που τον ωθούν παραμένουν άγνωστα σε αυτόν, αλλιώς δεν θα ήταν καθόλου ιδεολογική διαδικασία. Ως εκ τούτου, φαντάζεται ψευδή ή προφανή κίνητρα. Επειδή πρόκειται για διαδικασία σκέψης, αντλεί τόσο τη μορφή όσο και το περιεχόμενό της από την καθαρή σκέψη, είτε τη δική του είτε εκείνη των προκατόχων του. […] Οπότε, ο ιδεολόγος που ασχολείται με την ιστορία […] διαθέτει σε κάθε επιστημονικό πεδίο υλικό που έχει διαμορφωθεί ανεξάρτητα, μέσα από τη σκέψη προηγούμενων γενεών και έχει περάσει μέσα από μια ανεξάρτητη σειρά εξελίξεων στο νου αυτών των διαδοχικών γενεών. Είναι αλήθεια ότι εξωτερικά γεγονότα που ανήκουν στη δική του ή σε άλλες σφαίρες μπορεί να άσκησαν συνδιαμορφωτική επίδραση σε αυτή την εξέλιξη, αλλά η σιωπηρή προϋπόθεση είναι ότι και τα ίδια αυτά γεγονότα δεν είναι παρά καρπ...

Σχέδιο Συντάγματος - Επιτροπή για την Αυτονομία της Κύπρου (1939)

Σχέδιο συντάγματος για την αυτοκυβέρνηση της Κύπρου το οποίο γράφτηκε από την «Επιτροπή για την Αυτονομία της Κύπρου»  και εκδόθηκε στην εφημερίδα «Ανεξάρτητος» από τις 16/08/39 μέχρι τις 19/08/39. Η δακτυλογραφημένη εκδοχή μπορεί να εντοπιστεί σε μορφή PDF πατώντας εδώ. Τα φύλλα της εφημερίδας «Ανεξάρτητος» μπορούν να εντοπιστούν πατώντας εδώ.   ΣΧΕΔΙΟΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ Υπό της εν Λονδίνω Κυπριακής Επιτροπής προς Αυτονόμησιν της Κύπρου μας απεστάλη προς δημοσίευσιν το ακόλουθον προσχέδιον Συντάγματος διά την Νήσον. Καταχωρούμεν τούτο, έχοντες υπ' όψιν ότι η δημοσίευσις του δυνατόν να αποτελέση αφορμήν διά την οριστικήν επεξεργασίαν ενός Συντάγματος διά τον Τόπον: 1. Η Κύπρος είναι αυτόνομον Κράτος υπό το Βρεττανικόν Στέμμα. 2. Το Στέμμα αντιπροσωπεύεται εις την Κύπρον υπό του Κυβερνήτου, ο οποίος είναι εξουσιοδοτημένος με τα καθήκοντα της Αρχής του Κράτους. 3. Όλη η Νομοθετική και Εκτελεστική εξουσία πηγάζει από την αίρετην Βουλήν. 4. Η Βουλή αποτελείται από 44 εκλεγμένα μέλη. Εκ...

Throw enough mud, and see what sticks: Some thoughts on the unbearable narrowing of political choice in Germany - defterin.org (01/10/26)

  Originally published on defterin.org  on 01/10/26 Throw enough mud, and see what sticks Some thoughts on the unbearable narrowing of political choice in Germany. On the 20th of September, the Berlin Left Party decisively won the elections for the city-state’s parliament and received a clear mandate to form the city’s next government with its leading candidate, Elif Eralp, as the next governing mayor. The mandate is undeniable: the outgoing governing parties of Christian Democrats (CDU) and Social Democrats (SPD) suffered massive losses. CDU landed a distant second and SPD was electorally demolished. Even the opposition centre-left Greens saw their long-standing constituencies switching to the Left Party, either out of conviction or because they wanted to ensure that the next government will have a left-wing orientation. During the campaigning period, the Berlin Greens also made it very clear that their preference is a left-wing coalition. The numbers are clear: a coalition...