Σχέδιο συντάγματος για την αυτοκυβέρνηση της Κύπρου το οποίο γράφτηκε από την «Επιτροπή για την Αυτονομία της Κύπρου» και εκδόθηκε στην εφημερίδα «Ανεξάρτητος» από τις 16/08/39 μέχρι τις 19/08/39.
Η δακτυλογραφημένη εκδοχή μπορεί να εντοπιστεί σε μορφή PDF πατώντας εδώ. Τα φύλλα της εφημερίδας «Ανεξάρτητος» μπορούν να εντοπιστούν πατώντας εδώ.
ΣΧΕΔΙΟΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
Υπό της εν Λονδίνω Κυπριακής Επιτροπής προς Αυτονόμησιν της Κύπρου μας απεστάλη προς δημοσίευσιν το ακόλουθον προσχέδιον Συντάγματος διά την Νήσον. Καταχωρούμεν τούτο, έχοντες υπ' όψιν ότι η δημοσίευσις του δυνατόν να αποτελέση αφορμήν διά την οριστικήν επεξεργασίαν ενός Συντάγματος διά τον Τόπον:
1. Η Κύπρος είναι αυτόνομον Κράτος υπό το Βρεττανικόν Στέμμα.
2. Το Στέμμα αντιπροσωπεύεται εις την Κύπρον υπό του Κυβερνήτου, ο οποίος είναι εξουσιοδοτημένος με τα καθήκοντα της Αρχής του Κράτους.
3. Όλη η Νομοθετική και Εκτελεστική εξουσία πηγάζει από την αίρετην Βουλήν.
4. Η Βουλή αποτελείται από 44 εκλεγμένα μέλη. Εκλέγεται ανά πενταετίαν ή κατόπιν διαλύσεως.
5. Αι εκλογαί είναι γενικαί. Όλοι οι ενήλικες, γεννηθέντες εν Κύπρω και κάτοικοι της Κύπρου, όλοι οι μη Κύπριοι Βρεττανοί υπήκοοι, οι κατοικούντες εν Κύπρω και όλοι οι ξένοι, οι ζώντες εν Κύπρω πλέον των 5 ετών, έχουν το δικαίωμα (του εκλέγειν και εκλέγεσθαι) και ψηφίζουν ή να θέτουν υποψηφιότητα εις την Βουλήν.
Οι εν ενεργεία υπηρεσία κρατικοί υπάλληλοι δεν έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν υποψηφιότητα διά το βουλευτικόν αξίωμα.
6. Η Βουλή εκλέγει τον Πρόεδρον, ο οποίος πρέπει να συγκεντρώνη τα 2/3 των ψήφων.
7. Η διακυβέρνησις διεξάγεται από Υπουργείον, το οποίον είναι υπεύθυνον απέναντι της Βουλής δι' όλας τας ενεργείας του.
8. Το Υπουργείον αποτελείται από επτά Τμηματάρχας (Υπουργούς) του Κράτους, εκτός του Προέδρου του Υπουργείου, ο οποίος ενεργεί ως Πρωθυπουργός. Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου των Τμηματαρχών του Κράτους και οι Τμηματάρχαι του Κράτους είναι Υπουργοί του Στέμματος. Οι Υπουργοί είναι επτά: Των Οικονομικών, των Εσωτερικών Υποθέσεων, της Παιδείας, της Οικονομικής Αναπτύξεως, συμπεριλαμβανομένης της Βιομηχανίας και του Δασονομείου, της Δικαιοσύνης, της Εργασίας και Κοινωνικής Προνοίας, της Γεωργίας. Έκαστος των Υπουργών είναι υπεύθυνος διά το Υπουργείον του έναντι της Συνελεύσεως. Ο πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου προεδρεύει των συνεδριάσεων του Υπουργείου, είναι υπόλογος διά την συλλογικήν ευθύνην του Υπουργείου, είναι υπεύθυνος έναντι του Στέμματος διά την πολιτικήν [.] Δικαιωματικώς δύναται να ζητή την παύσιν των Υπουργών ή να υποβάλλη την παραίτησιν της Κυβερνήσεως εις τον Κυβερνήτην.
9. Κατόπιν εκάστης εκλογής ο Κυβερνήτης καλεί τον αρχηγόν του μεγαλυτέρου κόμματος εν τη Βουλή να σχηματίση Υπουργείον. [Ο κατάλογος] των Υπουργών πρέπει να εγκριθή από την Βουλήν πριν να παρουσιασθή εις τον Κυβερνήτην δι' επικύρωσιν.
Μετά την παραίτησιν του Υπουργείου ο Κυβερνήτης δύναται να ζητήση από τον παραιτηθέντα πρωθυπουργόν να σχηματίση νέον Υπουργείον και εν περιπτώσει αρνήσεως του τότε καλεί τον αρχηγόν του δευτέρου εις δύναμιν κόμματος να σχηματίση Υπουργείον.
10. Όλα τα πολιτικά, οικονομικά, εκπαιδευτικά και γενικώς όλα τα ζητήματα τα ανήκοντα εις την δικαιοδοσίαν των Εσωτερικών Υποθέσεων ελέγχονται από την Βουλήν.
11. Νόμοι θεσπιζόμενοι υπό της Αυτοκρατορικής Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου δεν εφαρμόζονται εις την Κύπρον, εκτός αν ούτοι εγκριθούν από την Κυπριακήν Βουλήν. Όλαι αι διατάξεις του διεθνούς Δικαίου αι υφιστάμεναι ή όσαι πρόκειται να θεσπισθούν είναι ipso facto συσσωματωμέναι εις την Κυπριακήν Νομοθεσίαν.
12. Η ελευθερία του λόγου και της θρησκείας αποτελεί αναφαίρετον δικαίωμα όλων των πολιτών. Η θρησκεία είναι χωρισμένη από την Πολιτείαν. Αξιωματούχοι της Εκκλησίας δύνανται να εκλεγούν εις την Βουλήν, αλλά θρησκευτικά και εκκλησιαστικά ιδρύματα δεν επιτρέπεται να συνδέωνται με πολιτικά σώματα ή να λαμβάνουν ενεργόν μέρος εις τας πολιτικάς διαμάχας.
13. Η παιδεία είναι καθολική, ελευθέρα και υποχρεωτική μέχρις ηλικίας 14 ετών.
14. Η Βουλή ημπορεί να διαλυθή από τον Κυβερνήτην, κατόπιν συμβουλής του Προέδρου του Υπουργικού Συμβουλίου, υποστηριζομένου υπό των 75% της Βουλής.
15. Μόνον ο Κυβερνήτης, ως αντιπρόσωπος του Στέμματος, δύναται να διαλύση την Βουλήν, συμφώνως προς το άρθρον 14.
16. Αφού λήξη η περίοδος διά την οποίαν εξελέγη η Βουλή, ή κατόπιν διαλύσεως της Βουλής, λαμβάνουν χώραν εκλογαί, ουχί αργότερον των 40 ημερών. Η αναπληρωματική εκλογή εις περίπτωσιν κενώσεως θέσεως (ένεκεν θανάτου ή παραιτήσεως) λαμβάνει χώραν εις διάστημα ουχί μεγαλύτερον των 40 ημερών.
17. Έκαστος των Υποψηφίων καταθέτει κατά την ημέραν της εκδόσεως της προεκλογικής του προκηρύξεως εις το αρμόδιον Κυβερνητικόν Τμήμα 20 λίρας. Η κατάθεσις κατάσχεται εις περίπτωσιν κατά την οποίαν ο υποψήφιος δεν εξασφαλίζει πλέον του ενός πέμπτου των όλων ψήφων.
18. Εις περίπτωσιν κατά την οποίαν πλέον των τριών υποψηφίων διεκδικούν την εκλογήν εις μίαν περιφέρειαν, και όταν ο μεγαλύτερος αριθμός των ψήφων, τους οποίους συγκεντρώνει εις υποψήφιος δεν υπερβαίνει το 40%, τότε μία δεύτερη εκλογή λαμβάνει χώραν, ουχί αργότερον των 10 ημερών, κατά την οποίαν μόνον οι τρεις κατά σειράν πλειοψηφίσαννες υποψήφιοι δύνανται να θέσουν υποψηφιότητα. Ο υποψήφιος ο εξασφαλίζων τον μεγαλύτερον αριθμόν ψήφων, υφ' οιανδήποτε αναλογίαν, θα θεωρηθή ως αντιπρόσωπος της περιφερείας εις την Βουλήν.
19. Έκαστον νομοσχέδιον, προτού παρουσιασθή εις τον Κυβερνήτην προς υπογραφήν, πρέπει προηγουμένως να επικυρωθή από την Βουλήν. Προς τούτο πλειοψηφία, μεγαλυτέρα των 50% καθίσταται απαραίτητος.
20. Νομοσχέδιον διά να καταστή νόμος πρέπει να υπογραφή από τον Κυβερνήτην. Ο Κυβερνήτης δεν δύναται να απορίψη Νομοσχέδιον ψηφισθέν από την Βουλήν. Ο Κυβερνήτης έχει εντούτοις το δικαίωμα να επιφυλάξη την υπογραφήν του διά κάθε νομοσχέδιον το οποίον θεωρεί βλαβερόν διά τα γενικά συμφέροντα. Εν τοιαύτη περιπτώσει το Νομοσχέδιον παρουσιάζεται προς συζήτησιν εις την Βουλήν των Κοινοτήτων της Μ. Βρετανίας. Αντιπρόσωπος ή αντιπρόσωποι της Κυπριακής Βουλής πρέπει να παρουσιασθούν εις το βήμα της Βουλής των Κοινοτήτων διά να υποστηρίξουν το Νομοσχέδιον. Η επικύρωσις ή η απόρριψις του Νομοσχεδίου από την Βουλήν των Κοινοτήτων είναι τελική. Διορθώσεις του Νομοσχεδίου δύνανται να γίνουν από την Βουλήν των Κοινοτήτων με την επικύρωσιν των αντιπροσώπων της Κυπριακής Βουλής.
21. Η εφαρμογή και η ισχύς ενός Νομοσχεδίου, αφού γένη Νόμος, εφαρμόζεται από το σχετικόν Κυβερνητικόν Τμήμα.
22. Το Σύνταγμα δεν κάμνει διάκρισιν ή διαχωρισμόν μεταξύ Χριστιανών Ελλήνων και Μωαμεθανών Τούρκων. Και τα δύο στοιχεία έχουν τα ίδια δικαιώματα εις την Βουλήν και εις οιονδήποτε άλλο ζήτημα της εθνικής ζωής. Έλληνες ή Τούρκοι Υποψήφιοι μπορούν να εκλέγονται από Έλληνας και Τούρκους εκλογείς.
Εις περίπτωσιν κατά την οποίαν ολιγώτεροι της αναλογίας του ενός πέμπτου των εκλεγέντων υποψηφίων εις την Βουλήν είναι Τούρκοι, η Τουρκική παροικία έχει το δικαίωμα να υποδείξη από τας αντιπροσωπευτικάς, επαγγελματικάς και εκπαιδευτικάς οργανώσεις τον αναγκαίον αριθμόν αντιπροσώπων, έως το 1/5 του όλου αριθμού των βουλευτών, οι οποίοι να φροντίζουν διά τα τουρκικά συμφέροντα. Εν τοιαύτη περιπτώσει θα έχουν εις την Βουλήν τα ίδια δικαιώματα καθώς και τα εκλεγέντα μέλη.
23. Ελευθερία εμπορίου και ελευθερία οικονομικής κινήσεως παραχωρείται εις όλους τους κατοίκους. Όλα τα πρόσωπα τα κατοικούντα εν Κύπρω θεωρούνται ίσα απέναντι του νόμου. Όλοι έχουν ίσα πολιτικά δικαιώματα.
24. Η ελευθερία της οργανώσεως των εργατικών συντεχνιών και των οικονομικών οργανώσεων των χωρικών να επεκταθή εις όλους τους εργάτας και τους χωρικούς της Κύπρου.
25. Μόνον η Κυβέρνησις είναι υπεύθυνος διά την διατήρησιν του Νόμου και της τάξεως καθώς επίσης και διά την διατήρησιν της οικονομικής ευστάθειας. Η Βουλή έχει το δικαίωμα να εξετάζη και να κρίνη κάθε κυβερνητικήν ενέργειαν. σχετικήν με τα ως άνω, εν τούτοις, όμως, η εκ των προτέρων επικύρωσις υπό της Βουλής μέτρων σχετικών ή αμέσως συνδεομένων με την διατήρησιν του νόμου και της τάξεως ή της οικονομικής ευσταθείας, δεν καθίσταται απαραίτητος.
26. Η δικαιοδοσία της Βουλής επεκτείνεται εις όλα τα ζητήματα της εθνικής ζωής. Ο μόνος περιορισμός εις την επικυριαρχίαν είναι ότι η Κύπρος, ως μέρος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας εύρισκεται υπό το Βρεττανικόν Στέμμα, το οποίον εξασκεί μέσον του Αντιπροσώπου του Στέμματος εις την Κύπρον, την εξουσίαν και διευθύνει τας εξωτερικάς σχέσεις και κάθε τι σχετικόν προς, ή άμεσα συνδεδεμένον με την εξωτερικήν άμυναν της Κύπρου και την Γενικήν Αυτοκρατορικήν άμυναν. Η δικαιοδοσία της συνελεύσεως αφορά την Τοπικήν Κυβέρνησιν, την Εκπαίδευσιν, το Τμήμα Υγείας, τα Νοσοκομεία, τα Άσυλα, τα Δημοτικά Έργα, την Βιομηχανικήν Ανάπτυξιν, την Γεωργίαν, την Κτηνοτροφίαν, τας Συνεργατικάς Εταιρείας, το Εμπόριον, το Κτηματολόγιον, την Άρδευσιν, την Φορολογίαν, την Περίθαλψιν οιασδήποτε μορφής, τα Οικονομικά, την Απονομήν της Δικαιοσύνης, την Αστυνομίαν, τας Φυλακάς, την Επιθεώρησιν των Εργοστασίων και εν γένει τα Εργατικά ζητήματα.
27. Το Στέμμα αντιπροσωπεύεται εις την Κύπρον από τον Κυβερνήτην διοριζόμενον από την Α. Μ. τον Βασιλέα. Ο Κυβερνήτης εύρισκεται εις την εξουσίαν να συναινέση της Α. Μ. του Βασιλέως.
28. Ο Κυβερνήτης εξασφαλίζει ισοζύγιον και συνοχήν εις την διακυβέρνησιν. Αντιπροσωπεύει την Α. Μ. τον Βασιλέα εις όλα τα επίσημα υπουργήματα και είναι ο Ανώτατος Διοικητής των Δυνάμεων του Στέμματος, των ευρισκομένων εν Κύπρω.
29. Ο Κυβερνήτης ανοίγει εκάστην βουλευτικήν περίοδον με λόγον του Θρόνου εις τον οποίον συγκεντρώνει τας απόψεις και την πολιτικήν της Κυβερνήσεως.
Επικυρώνει την εκλογήν των υπουργών από την Βουλήν και παραδίδει εις αυτούς τας σφραγίδας των υπουργείων. Ο Κυβερνήτης δέχεται την παραίτησιν ατομικών μελών της Βουλής ή υπουργών, όταν τούτο ζητηθή. Εν περιπτώσει παραιτήσεως ενός υπουργού ο πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου προτείνει τον αντικαταστάτην εις την Βουλήν και εν περιπτώσει εγκρίσεως πληροφορεί καταλλήλως τον Κυβερνήτην.
30. Ο Κυβερνήτης διαλύει την Βουλήν, υπογράφει αποφάσεις της Βουλής, υπογράφει ή μετατρέπει θανατικάς καταδίκας κατά συμβουλήν των υπουργών του.
31. Ο Κυβερνήτης, ως επίτιμος πρόεδρος του Κράτους, δύναται να εξασκήση επιρροήν, αλλ' ουχί να διευθύνη την πολιτικήν.
32. Ο Κυβερνήτης βοηθείται από Συμβουλευτικόν Συμβούλιον, με μέλη προσφέροντα τας υπηρεσίας των άνευ αμοιβής. Το Συμβουλευτικόν Συμβούλιον συγκαλείται από τον Κυβερνήτην κατά την κρίσιν του διά να συμβουλεύση αυτόν εις τα ζητήματα διά τα οποία χρειάζεται την συμβουλήν των.
33. Το Συμβουλευτικόν Συμβούλιον αποτελείται από 15 μελών. Δύο μέλη είναι εξ οφίτισιο, δηλ. οι κυριώτεροι υπουργοί, δύο μέλη της Βουλής εκλεγόμενα από την Βουλήν, 7 μέλη αντιπροσωπεύοντα τα γενικά συμφέροντα της Κοινότητος, εις δικηγόρος, εις ιατρός, δύο αντιπρόσωποι των εργατικών Συντεχνιών, εις αντιπρόσωπος των Αγροτών, εις αντιπρόσωπος των Οινοπαραγωγών και εις αντιπρόσωπος των Συνεργατικών Εταιρειών, όλων αυτών διοριζομένων υπό του Κυβερνήτου, κατά συμβουλήν του Προέδρου του Υπουργικού Συμβουλίου, τέσσαρες μέλη των εθνικών μειονοτήτων, εις Άγγλος, εις Τούρκος και εις Αρμένιος και εις αντιπροσωπεύων όλας τας άλλας μικροτέρας ομάδας, όλοι ούτοι διοριζόμενοι απ' ευθείας υπό του Κυβερνήτου.
34. Η εξωτερική άμυνα της Κύπρου είναι εμπεπιστευμένη εις το Βασιλικόν Ναυτικόν και εις τας άλλας ένοπλους δυνάμεις του Στέμματος. Απόσπασμα του Βρεττανικού στρατού, μη υπερβαίνον τους 150 αξιωματικούς και στρατιώτας, παραμένει εν Κύπρω εν καιρώ ειρήνης. Η Κυπριακή Κυβέρνησις διευκολύνει με κάθε δυνατόν τρόπον τον στρατωνισμόν και την εγκατάστασιν των ενόπλων δυνάμεων του Κράτους, αλλά όλα τα σχετικά έξοδα, ως π.χ. το κτίσιμον κτιρίων, αποθηκών, υπογείων δι' αεροπλάνα, κατασκευήν και διατήρησιν στρατιωτικών λιμένων, διατήρησιν στρατώνων διά τον στρατόν και την αεροπορίαν, θα βαρύνουν το Βρεττανικόν θησαυροφυλάκιον. Δεν αποκλείεται η περίπτωσις κατά την οποίαν η Κυπριακή Κυβέρνησις θα συνεισφέρη είτε διά το κτίσιμον κτιρίων αμυντικών θέσεων ή διά την διατήρησιν των ενόπλων Δυνάμεων. Η Βουλή έχει κατά συνέπειαν το δικαίωμα να συνεισφέρη ή να επιφυλάξη συνεισφοράν κατά βούλησιν.
35. Η Κυπριακή Κυβέρνησις οφείλει να ενισχύση με όλα τα μέσα την Αυτοκρατορικήν Άμυναν διά των προαναφερθεισών ευκολιών προς τας ενόπλους δυνάμεις του Στέμματος, με την προστασίαν των ναυτικών συγκοινωνιών και της αμύνης των Γενικών Αυτοκρατορικών συμφερόντων εις την Ανατολικήν Μεσόγειον.
36. Δι' όλα τα ζητήματα τα αφορώντα την προστασίαν των γενικών Αυτοκρατορικών συμφερόντων ο Κυβερνήτης δύναται μόνος να αποφασίση με την βοήθειαν των Αρχηγών των ενόπλων Δυνάμεων, είτε ευρισκομένων εν Κύπρω είτε εξουσιοδοτημένων προς τούτο υπό της Αυτοκρατορικής Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου. Εις όλα τα ζητήματα τα αφορώντα την άμυναν της Κύπρου, ο Κυβερνήτης συμβουλεύεται το Συμβουλευτικόν Σώμα πριν να αποφασίση τελειωτικά.
37. Διά την άμυναν της Κύπρου, η Κυπριακή Κυβέρνησις ιδρύει εθελοντικόν σώμα Αμυντικής Εθνοφρουράς, το οποίον θα διοικήται από Κυπρίους Βρεττανούς υπηκόους. Τα Όπλα και αι προμήθειαι είναι Βρεττανικής προελεύσεως. Ο αριθμός της εθνοφρουράς δεν υπερβαίνει τους 5,000 άνδρας και συμπεριλαμβάνει πεζικά συντάγματα, σώματα πολυβόλων και σώματα πυροβολικού με ελαφρά πυροβόλα. Ολίγα τάνκς και αεροπλάνα διατίθενται διά τεχνικήν εξάσκησιν.
38. Εν καιρώ ειρήνης η Εθνοφρουρά υπάγεται εις το Τμήμα του Υπουργείου των Εσωτερικών.
39. Η Κύπρος δεν έχει άλλην εξωτερικήν πολιτικήν από εκείνην του Ηνωμένου Βασιλείου. Η Κυπριακή Κυβέρνησις δεν δύναται να έλθη εις διπλωματικάς συμφωνίας ή διπλωματικάς σχέσεις με άλλα Κράτη.
40. Όλοι οι αντιπρόσωποι των ξένων Κρατών εις την Κύπρον είναι διαπεπιστευμένοι εις την Κυβέρνησιν της Α. Μ. του Βασιλέως, δηλαδή εις τον αντιπρόσωπον του Στέμματος εν Κύπρω, την Α.Ε. τον Κυβερνήτην.
41. Εάν η Μ. Βρετανία ευρίσκεται εις πόλεμον και η Κύπρος ευρίσκεται ipso facto εις πόλεμον.
42. Εις περίπτωσιν πολέμου η Κύπρος θέτει εις την διάθεσιν των δυνάμεων της Α.Μ. όλους τους λιμένας, αεροδρόμια, στρατιωτικούς δρόμους και παραχωρεί ωρισμένας περιοχάς δι' αποκλειστικήν χρήσιν των ενόπλων δυνάμεων.
43. Εις περίπτωσιν πολέμου η Κύπρος δεν είναι υποχρεωμένη, εξ αιτίας του γεγονότος ότι ευρίσκεται εις πόλεμον, να στείλη στρατιωτικάς δυνάμεις ή να στρατολογήση άνδρας δι' υπηρεσίαν εκτός της Κύπρου.
44. Η Κυπριακή Κυβέρνησις δύναται μόνη και με την συγκατάθεσιν της Βουλής να αποφασίση αν πρέπει να στείλη την εθνοφρουράν ή άλλας στρατιωτικάς δυνάμεις δι' υπηρεσίαν εκτός της Κύπρου.
45. Διά την άμυναν της Κύπρου η Κυβέρνησις οφείλει να παράσχει αμέσως κάθε βοήθειαν εν τη δυνάμει της εις τας ενόπλους δυνάμεις του Στέμματος και να θέση αυτομάτως την Εθνοφρουράν υπό την διοίκησιν του Βρεττανικού Γενικού Επιτελείου με όλας τας άλλας υπαρχούσας δυνάμεις.
46. Μόνον η Κυπριακή Βουλή έχει το δικαίωμα να αποφασίζη επί όλων των ζητημάτων των αφορώντων την επιστράτευσιν, την στρατολογίαν και τον βαθμόν της βοηθείας που θα διατεθή εκτός της Κύπρου.
47. Ο Νόμος και η τάξις θα τηρούνται εν Κύπρω από την άοπλον Κυπριακήν αστυνομικήν δύναμιν. Μόνον εις εξαιρέτους περιστάσεις, και τούτο κατά την αντίληψιν του Υπουργού των Εσωτερικών, έχει το δικαίωμα η αστυνομία να οπλοφορεί, και εν τοιαύτη περιπτώσει μόνον διά προσδιωρισμένον χρονικόν διάστημα.
48. Τα καθήκοντα της Αστυνομίας περιορίζονται εις την εκπλήρωσιν του καθήκοντος διά την διατήρησιν της τάξεως, του ελέγχου κυκλοφορίας (τροχαία κίνησις) και την σύλληψιν και παρουσίασιν πρό του δικαστηρίου προσώπων, τα οποία παρέβησαν τας διατάξεις του Ποινικού Νόμου. Η αστυνομία επιδίδει εντάλματα, εξασφαλίζει την εμφάνισιν πρό του δικαστηρίου των προσώπων, τα οποία εκλητεύθησαν κατόπιν εντάλματος και αναλαμβάνει κάθε καθήκον το οποίον ορίζει εις αυτήν το Τμήμα της Δικαιοσύνης.
49. Η ελευθερία του ατόμου είναι ιερά. Ουδεμία σύλληψις, ουδεμία έρευνα κατ' οίκον δύναται να γίνη άνευ εντάλματος ερεύνης ή εντάλματος συλλήψεως υπογεγραμμένου υπό ενός δικαστού.
50. Το δικαίωμα ιδρύσεως επαγγελματικής ή πολιτικής οργανώσεως παραχωρείται εις όλους τους πολίτας.
51. Η Κυπριακή Συνέλευσις, με κατάλληλον Νομοθεσίαν, εάν και όταν η κατάστασις το δικαιολογή, θεσπίζει νόμους διά την άμυναν του Κράτους ή διά την καταδίκην ενεργειών, των οποίων το τελικόν αποτέλεσμα θεωρείται βλαβερόν διά την άμυναν του Κράτους.
52. Η δικαιοσύνη διεξάγεται από τα Πταισματοδικεία, από τα Επαρχιακά Δικαστήρια και από τα Κακουργιοδικεία. Επιπροσθέτως υπάρχει Ανώτατον Δικαστήριον Εφέσεων, του οποίου αι αποφάσεις είναι τελεσίδικοι.
53. Τα καθήκοντα των Πταισματοδικείων και των Επαρχιακών Δικαστηρίων συνίστανται εις το να κατανέμουν την δικαιοσύνην εις όλα τα ζητήματα, τα αναγόμενα εις την δικαιοδοσίαν του Ποινικού Νόμου. Μία υπόθεσις δύναται να προχωρήση από το Πταισμαδοδικείον εις το Επαρχιακόν Δικαστήριον και από το Επαρχιακόν εις το Εφετείον.
54. Το Κακουργιοδικείον ασχολείται με όλα τα ζητήματα τα αναγόμενα εις την αντίληψιν του Νόμου περί εγκλημάτων. Προκαταρκτικαί έρευναι διά τας περιπτώσεις εγκλήματος διεξάγονται από τα Πταισματοδικεία και, εάν παρουσιασθούν ικανοποιητικαί μαρτυρίαι, τίθενται πρό του Κακουργιοδικείου. Η υπεράσπισις δύναται να εφεσιβάλη την απόφασιν του Κακουργιοδικείου εις το Εφετείον.
55. Τα Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσίαν επί όλων των αδικημάτων, των διαπραττομένων εν Κύπρω, είτε ο παραβάτης είναι Κύπριος Βρεττανός υπήκοος, ή Βρεττανός υπήκοος, ή ξένος.
56. Οι δικασταί διορίζονται από τον Κυβερνήτην, όστις ενεργεί κατόπιν συμβουλής του Υπουργείου, και είναι Κύπριοι Βρεττανοί υπήκοοι, μέλη του Νομικού Σώματος.
57. Κατόπιν του διορισμού του ως μέλους του Δικαστικού Σώματος, ο Δικαστής καθίσταται ανεξάρτητος από την Κυβέρνησιν και την Βουλήν.
58. Εις δικαστής μπορεί να παυθή από την θέσιν του μόνον εις περιπτώσεις κακής διαγωγής ή ανικανότητος. Μόνον το Στέμμα μέσον του αντιπροσώπου του έχει δικαίωμα να παύση τούτον, κατόπιν αιτήσεως εκ μέρους της Βουλής.
59. Το Εφετείον αποτελείται απ' τρεις δικαστάς, εις Έλλην, εις Τούρκος και εις Άγγλος. Διορίζονται υπό του Στέμματος και υπόκεινται εις παύσιν υπό του Στέμματος, κατόπιν αιτήσεως της Συνελεύσεως ή του Συμβουλευτικού Συμβουλίου.
60. Όλοι όσοι έχουν γεννηθή εις Κύπρον θεωρούνται Βρετανοί υπήκοοι.
61. Οι δικασταί του Εφετείου αποτελούν το ανώτατον δικαστικόν σώμα της Κύπρου και υπ' αυτήν την ιδιότητά των, συμβουλεύουν τον Κυβερνήτην και την Συνέλευσιν εις όλα τα ζητήματα νομικής φύσεως.
62. Το Νομοθετικόν σύστημα της Κύπρου βασίζεται επί του Τουρκικού Νόμου του 1878 τροποποιηθέντος το 1929.
63. Η Κυπριακή Βουλή δύναται να ακυρώση οιονδήποτε νόμον του Κώδικος.
64. Η Κυπριακή Βουλή θεσπίζει νόμους, οι οποίοι συσσωματώνονται εις την Κυπριακήν Νομοθεσίαν, κατόπιν επικυρώσεως του Κυβερνήτου.
65. Η θέσις των Κυβερνητικών Υπαλλήλων είναι μόνιμος. Η ηλικία συντάξεως είναι η ηλικία τα 60 ετών με σύνταξιν τα 60% του μισθού κατά την εποχήν της συντάξεως.
66. Η εισαγωγή εις την Πολιτικήν Υπηρεσίαν βασίζεται επί εξετάσεων. Ο Κυβερνητικός υπάλληλος έχει το δικαίωμα να ψηφίζη. Καρπούται επίσης όλων των άλλων δικαιωμάτων, τα οποία προσφέρονται εις όλους τους άλλους πολίτας, με την εξαίρεσιν ότι δεν ημπορεί να θέση υποψηφιότητα ή να παρακαθήση εις την Βουλήν ενώ εξακολουθή να είναι κυβερνητικός υπάλληλος. Προτού θέση υποψηφιότητα εις την Βουλήν εις Κυβερνητικός υπάλληλος πρέπει να παραιτηθή της θέσεως του, ως Κυβερνητικός υπάλληλος. Εάν ούτος παραιτηθή πρό του όριου της συντάξεως τότε χάνη κάθε δικαίωμα συντάξεως.
67. Οι Υπουργοί ενεργούν διά το Στέμμα και είναι άμεσα υπεύθυνοι πρός την Βουλήν. Ολόκληρος η επίσημος υπαλληλία υπόκειται υπό τον έλεγχον των υπουργών και εν τέλει υπό τον κοινοβουλευτικόν έλεγχον της Βουλής.
68. Η εξουσία της εκδόσεως διαταγμάτων εν Συμβουλίω υπό του Στέμματος αποκλείεται διά την περίπτωσιν της Κύπρου.
69. Αι ώραι εργασίας ρυθμίζονται από τον Νόμον ανάλογως προς τας διαφόρους βιομηχανίας.
70. Υφ' οιασδήποτε συνθήκας η συνήθης εργατική εβδομάς δεν υπερβαίνει τας 48 ώρας. Αι ώραι τας οποίας ο εργάτης ή ο υπάλληλος θα εργασθή πλέον των 48 ωρών, με την συγκατάθεσίν του, θα θεωρούνται ως όβερ-τάιμ.
71. Αι Εργατικαί Συντεχνίαι έχουν νομικήν υπόστασιν. Συμβάλλονται με συλλογικάς συμφωνίας με τους εργοδότας διά τον διακανονισμόν των ημερομισθίων και των όρων εργασίας. Ο εργάτης είναι ελεύθερος να συμμετάσχη ή να απόσχη από οιαδήποτε Εργατικήν Συντέχνιαν.
72. Αι απεργίαι είναι νόμιμοι. Επισήμως απεργίαι θεωρούνται εκείναι αι οποίαι υιοθετούνται από τας Εργατικάς Συντεχνίας. Εν περιπτώσει αδιεξόδου η Κυβέρνησις δύναται επισήμως να ενεργήση ως διαιτητής. Εις περιπτώσεις κατά την οποίαν αι διαπραγματεύσεις και η μεσολάβησις θα αποτύχουν η Κυβέρνησις, εάν τούτο ζητηθή από την μίαν ή την άλλην των διισταμένων μερίδων, δύναται να ορίση διαιτητικόν γραφείον, το οποίον να αποτελείται από ίσον αριθμόν αντιπροσώπων των Εργατικών Συντεχνιών, των Εργοδοτών και της Κυβερνήσεως, του οποίου η απόφασις θα θεωρείται δεσμευτική.
73. Οι ιδιοκτήται εργοστασίων και οι εργοδόται γενικώς οφείλουν να συμμορφώνονται προς το ελάχιστον επίπεδον υγιεινών όρων όσον αφορά την εργασίαν εις τα εργοστάσια και τα κτίρια συμφώνως με τους κανονισμούς του Τμήματος Υγείας.
74. Η κατοχή γης και το δικαίωμα κληρονομίας ή διαθέσεως διατηρείται συμφώνως προς τας διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου 1878.
75. Η απαλλοτρίωσις γης διά κρατικούς σκοπούς, δηλαδή κατασκευή οδών, σιδηροδρόμων, δημοτική ανάπτυξις ή διά σκοπούς της Κυπριακής Αυτοκρατορικής αμύνης, αποζημιώνεται.
76. Η Βουλή δύναται διά νομοθεσίας να γίνη κυρία γης, η οποία ανήκει εις εκκλησιαστικά ιδρύματα ή εις φευδαρχικάς ιδιοκτησίας, αι οποίαι διελήθησαν και δεν χρησιμοποιούνται προς όφελος των μικροϊδιοκτητών. Η βλαβερά επίδρασις της τοκογλυφίας επί της ιδιοκτησίας των χωρικών να εξετασθή από κοινοβουλευτικήν επιτροπήν και όλαι αι αδικίαι να [επανορθωθούν].
77. Όλη η γη, δάση, χέρσα γη και αυτή η οποία δεν συμπεριλαμβάνεται εις νομίμους έγγραφάς κατόχων, θεωρείται κυβερνητική γη.
78. Άτομα δύνανται να αποταθώσι προς το αρμόδιον Κυβερνητικόν Τμήμα δι' αγοράν γης διά οικοδομήν ή καλλιέργειαν. Εκάστη περίπτωσις θα εξετάζεται ιδιαιτέρως.
79. Ένεκεν της γενικής σπουδαιότητος των δασών διά τας κλιματολογικάς συνθήκας της Κύπρου ιδρύεται δασονομικόν τμήμα διά την διατήρησιν των υπαρχόντων δασών και την ανάπτυξιν της αναδασώσεως.
80. Η μόρφωσις είναι ελευθέρα γενική και υποχρεωτική συμφώνως προς το άρθρον 13. Η Τουρκική μειονότης, καθώς και όλαι αι άλλαι εθνικότητες έχουν ελεύθερα και ανεξάρτητα εκπαιδευτικά δικαιώματα.
81. Όλαι αι εθνικαί μειονότητες αντιπροσωπεύονται εις το Τμήμα Παιδείας διά να το συμβουλεύουν επί όλων των εκπαιδευτικών ζητημάτων, των αφορώντων την κοινότητά των.
82. Αναγνωστικόν υλικόν δι' όλα τα σχολεία τα υπαγόμενα εις την δικαιοδοσίαν του Τμήματος Παιδείας εγκρίνεται από τας εκπαιδευτικάς αρχάς.
83. Η διδασκαλία της Αγγλικής εις τας ανωτέρας τάξεις των σχολείων της στοιχειώδους παιδείας είναι υποχρεωτική. Η αγγλική γλώσσα κατέχει την δευτέραν θέσιν εις όλα τα εκπαιδευτικά ζητήματα, μετά την εθνικήν γλώσσαν των κατοίκων.
84. Το νομισματικόν σύστημα της Κύπρου είναι συνδεδεμένον με το Βρεττανικόν νομισματικόν σύστημα. Η Κυπριακή στερλίνα είναι ίση με την Αγγλικήν. Η Κυπριακή στερλίνα καλύπτεται από τα Κυπριακά οικονομικά αποθέματα και ελέγχεται από το υπουργείον των Οικονομικών.
85. Το υπουργείον των οικονομικών ελέγχει και εκδίδει νόμισμα μέσον της Τραπέζης Κύπρου. Το υπουργείον των οικονομικών ελέγχει το μονοπώλιον των Ταχυδρομείων, το τμήμα Τελωνείων και φόρων και διεξάγει όλας τας οικονομικάς Κυβερνητικάς πράξεις.
86. Ο Υπουργός των Οικονομικών βοηθείται από τον Υφυπουργόν, τον Διευθυντήν της Τραπέζης Κύπρου και τον προϊστάμενον της Κυβερνητικής υπηρεσίας.
87. Η Κυπριακή Βουλή δύναται να έλθη εις συμβάσεις με άλλας χώρας.
88. Η Κυπριακή Βουλή δύναται να εκδόση δάνεια είτε εντός των αγορών της Βρεττανικής Αυτοκρατορίας, είτε εκτός. Δι' όλας τας περιπτώσεις οικονομικών πράξεων, είτε διά την έκδοσιν δανείων είτε την απονομήν παραχωρήσεων (Μεταλλευτικών, Βιομηχανικών, φυτειών, απέκτησις γαιών, κατασκευή δρόμων, πόλεων ή δημαρχιακών κτιρίων, εκμετάλλευσις φυσικών πόρων κλπ.) πάντοτε να δίδεται προτίμησις εις την Μ. Βρεττανίαν.
89. Η Βουλή μόνη δεν δύναται να αλλάξη ουδένα άρθρον του Συντάγματος.
90. Έκαστον άρθρον ή άρθρα του Συντάγματος, αφορώντα τας εσωτερικάς υποθέσεις, δύνανται να αλλάξουν εάν η Βουλή εκφρασθή ομοφώνως και η ενέργεια της Βουλής επικυρωθή ακολούθως από δημοψήφισμα με πλειοψηφίαν 75%.
91. Μετατροπαί των διατάξεων του Συντάγματος, αφορώσαι την αλλαγήν εις τας σχέσεις μεταξύ Μ. Βρεττανίας και Κύπρου, γίνονται κατόπιν διαπραγματεύσεων και συμφωνίας μεταξύ των δύο μερών.
92. Η Κυπριακή Βουλή αναλαμβάνει να σέβεται το Σύνταγμα και όλας τας συμβληθείσας συμφωνίας και είναι συνεπής απέναντι των ευθυνών της υπό το Βρεττανικόν Στέμμα, με πνεύμα δικαιοσύνης και ισότητος.
Το άνω αποτελεί ΣΧΕΔΙΟΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ, το οποίον υποδεικνύει εν πλάτει τον ειδικόν χαρακτήρα των διεκδικήσεων του Κυπριακού Λαού δι' αυτοδιοίκησιν. Σκοπός του είναι να εισηγηθή την γραμμήν διά την λύσιν και να δώση την βάσιν διά διαπραγματεύσεις μεταξύ αντιπροσώπων του Κυπριακού Λαού και αντιπροσώπων της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου διά την οριστικήν επεξεργασίαν ενός συντάγματος, το οποίον να παραχωρή Αυτονομίαν εις την Κύπρον, εντός των πλαισίων της Βρεττανικής Αυτοκρατορίας.
Ως όρον διά τον τελικόν διακανονισμόν του Κυπριακού ζητήματος και την εκκαθάρισίν του, ο Κυπριακός λαός θέτει παραλλήλως προς τας Συνταγματικάς διεκδικήσεις και τον διακανονισμόν του φόρου υποτελείας, ο οποίος ευρίσκεται εις το Ταμείον του Βρεττανικού θησαυροφυλακίου.
Ως αρχήν ζητεί την αποκατάστασιν του δικαιώματος της εκλογής διά την εκλογήν αντιπροσώπων με πλήρη εξουσίαν διά την επεξεργασίαν με τους αντιπροσώπους της Βρεττανικής Κυβερνήσεως ενός Συντάγματος διά το οποίον τα άνω παρετέθησαν ως βάσις.
Το Σύνταγμα εις την τελικήν του μορφήν θα επικυρωθή και από τας δύο Βουλάς του Ηνωμένου Βασιλείου. Μεταβατική περίοδος δύο ετών να παρέλθη μεταξύ της εγκαθιδρύσεως του Συντάγματος και της ισχύος του, κατά την διάρκειαν της οποίας η προκαταρκτική εργασία να συμπληρωθή διά την τελικήν εφαρμογήν του.

Comments
Post a Comment